Ένας φαινομενικός παραλογισμός του ανοσοποιητικού μας συστήματος 


Το αμυντικό σύστημα του ανθρώπινου οργανισμού, που διαφορετικά ονομάζεται ανοσοποιητικό ή ανοσολογικό σύστημα, παίζει καθοριστικό ρόλο για τη διατήρηση της υγείας και την ομαλή επιβίωση του οργανισμού μας. Αυτός ο ρόλος είναι διττός, αφενός μεν πρέπει να αναγνωρίζει και να παλεύει με βλαβερούς για τον οργανισμό μας παράγοντες όπως πχ παθογόνα μικρόβια, παράσιτα, ιούς, τοξίνες κλπ, αφετέρου πρέπει να αναγνωρίζει, να ανέχεται και να μην αντιδρά σε δικά του στοιχεία όπως πχ πρωτεΐνες που κυκλοφορούν στο αίμα ή κύτταρα που ευρίσκονται σε ένα όργανο και σε παράγοντες που είναι βοηθητικοί για την επιβίωσή του, όπως πχ στοιχεία των τροφών ή τα μικρόβια που αποτελούν την φυσιολογική χλωρίδα του εντέρου.

Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που το ανοσολογικό σύστημα του οργανισμού αντιδρά εντελώς παράδοξα και καταστρέφει τα δικά του στοιχεία με συνέπεια να προκύπτει διαταραχή που ο οργανισμός δεν μπορεί να επουλώσει. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση νόσου που ονομάζεται αυτοάνοση. Τα αυτοάνοσα λοιπόν νοσήματα είναι νοσηρές καταστάσεις στις οποίες το αμυντικό σύστημα του οργανισμού αναγνωρίζει και θεωρεί σαν εχθρούς εκτός από τους ξένους εισβολείς (αντιγόνα), που είναι οι πραγματικοί εχθροί, και στοιχεία του ίδιου του οργανισμού (αυτοαντιγόνα) που βεβαίως είναι δικά του στοιχεία και όχι πραγματικοί εχθροί. Με άλλα λόγια ο οργανισμός «μπερδεύει» το ρόλο του και στρέφεται εναντίον του εαυτού του και τον καταστρέφει γιατί το αμυντικό του σύστημα έχει χάσει την ικανότητα να ξεχωρίσει τους δικούς του ιστούς από τους ξένους. Αποτέλεσμα αυτής της επίθεσης του ανοσολογικού συστήματος του ατόμου κατά των δικών ιστών προκαλεί, όπως ήδη ανεφέρθη, δυσλειτουργία και βλάβη αυτών με τελική κατάληξη το αυτοάνοσο νόσημα.

Ποια είναι τα όργανα που απαρτίζουν το ανοσολογικό σύστημα του άνθρωπου 

Όπως το αμυντικό σύστημα μιας χώρας για να αντιμετωπίσει την ξένη απειλή βασίζεται στις ένοπλες δυνάμεις της, που τις απαρτίζουν ο στρατός, το ναυτικό (εάν η χώρα διαθέτει χωρικά ύδατα) και η αεροπορία με το έμψυχο και το άψυχο υλικό τους, έτσι και το ανοσολογικό σύστημα, που αποτελεί τον φρουρό του ανθρώπινου οργανισμού, καταπολεμά και εξουδετερώνει τους ξένους εισβολείς στηριζόμενο στις δικές του δυνάμεις που είναι εξειδικευμένα όργανα, ειδικά κύτταρα και ειδικές πρωτεΐνες.


Τα εξειδικευμένα όργανα του ανοσολογικού συστήματος είναι:
-Ο θύμος αδένας
-Ο μυελός των οστών
-Ο σπλήνας
-Οι λεμφαδένες
-Οι παρίσθμιες αμυγδαλές (γι αυτό δεν πρέπει να αφαιρούνται για
«ψύλλου πήδημα»)
-Οι πλάκες Payer (παέρειες πλάκες) στον γαστρεντερικό σωλήνα


Τα ειδικά κύτταρα του ανοσολογικού συστήματος είναι:
-Τα φαγοκύτταρα (ουδετερόφιλα πολυμορφοπύρηνα και μακροφάγα)
-Τα λεμφοκύτταρα (Τ-λεμφοκύτταρα και Β-λεμφοκύτταρα)


Οι πρωτεΐνες του ανοσολογικού συστήματος είναι:
-Τα αντισώματα
-Οι πρωτεΐνες οξείας φάσεως (CRP κλπ)
-Οι πρωτεΐνες του συμπληρώματος
-Οι χημικοί διαβιβαστές (κυτταροκίνες και χημειοκίνες)

Η επιστημονική κοινότητα έχει αναγνωρίσει μέχρι τώρα 100 και πλέον νοσήματα που πληρούν τις συνθήκες για να ονομάζονται αυτοάνοσα νοσήματα. Κάποια από αυτά παρατηρούνται συχνά στον γενικό πληθυσμό όπως η Θυρεοειδίτιδα Hashimoto με επίπτωση 200-500 περιπτώσεις / 100000 άτομα και η Ρευματοειδής αρθρίτιδα με επίπτωση 50 / 100000, άλλα λιγότερο συχνά όπως ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος με επίπτωση 7/100000, άλλα σπάνια όπως η Πρωτοπαθής χολική κίρρωση και το Σκληρόδερμα με επίπτωση 1/100000 και άλλα εξαιρετικά σπάνια όπως το Σύνδρομο του δύσκαμπτου ατόμου ή η Αυτοάνοση παρεγκεφαλιδική αταξία που παρουσιάστηκε σε συγγενικό μου πρόσωπο και ήταν η αιτία αναγραφής του παρόντος άρθρου.
Μολονότι τα αυτοάνοσα νοσήματα μεμονωμένα θεωρούνται σπάνιες ασθένειες, όλα μαζί προσβάλουν μεγάλο ποσοστό του γενικού πληθυσμού που στην Ελλάδα ανέρχεται στο 3%-5% . Υπολογίζεται δηλ ότι 300000-500000 Έλληνες πάσχουν από ένα ή περισσότερα αυτοάνοσα νοσήματα. Μελέτες ακόμη έχουν υπολογίσει ότι 36 εκατομμύρια Ευρωπαίων πάσχουν από τα νοσήματα αυτά τα οποία και αποτελούν την δεύτερη αιτία νοσηρότητας και την τρίτη αναπηρίας. Το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των νοσημάτων αυτών αφορά γυναίκες και μάλιστα αναπαραγωγικής ηλικίας, πιστεύεται δε ότι, για λόγους που δεν είναι ακριβώς γνωστοί, η συχνότητά τους διαρκώς αυξάνεται.
Τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι δυνατόν να προσβάλλουν ένα μόνο όργανο οπότε ονομάζονται Οργανοειδικά ή πολλά όργανα μαζί όποτε ονομάζονται Συστηματικά. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα παρουσιάζουν συγχρόνως συμπτώματα από διαφορετικές νόσους. Η νοσηρή αυτή κατάσταση ονομάζεται Εφιππεύουσα ή Αδιαφοροποίητη ή Μικτή Νόσος.
Στην πρώτη κατηγορία (Οργανοειδικά αυτοάνοσα) ανήκουν οι Αυτοάνοσες ενδοκρινοπάθειες, όπως τα νοσήματα του Θυρεοειδούς που προσβάλλουν μόνο τον θυρεοειδή αδένα, ο Σακχαρώδης Διαβήτης (ΣΔ) τύπου Ι που προσβάλει το πάγκρεας και συγκεκριμένα τα β-κύτταρα του παγκρέατος, η Πέμφιγα που προσβάλει το δέρμα και τους βλεννογόνους, η Λεύκη που προσβάλλει τα μελανοκύτταρα του δέρματος, η Ψωρίαση που προσβάλλει το δέρμα, η Γυροειδής αλωπεκία που προσβάλει τους θύλακες των τριχών, η Αυτοάνοση ηπατίτιδα που προσβάλει το ήπαρ, η Σκλήρυνση κατά πλάκας που προσβάλει το νευρικό σύστημα, η Μυασθένεια Gravis που προσβάλει τις νευρομυικές συνάψεις, η Ελκώδης κολίτιδα που προσβάλει το έντερο, η Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία που προσβάλει τα ερυθρά αιμοσφαίρια, η Αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα που προσβάλει τα αιμοπετάλια, η Σαρκοείδωση που προσβάλει τον Πνεύμονα, η Νόσος του Addison που προσβάλει τα επινεφρίδια και πληθώρα άλλων λιγότερο γνωστών, στο ευρύ κοινό, νοσημάτων.
Στην δεύτερη κατηγορία (Συστηματικά αυτοάνοσα) ανήκουν


1. Οι Φλεγμονώδεις αρθρίτιδες στις οποίες υπάγονται ο Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος που προσβάλει όλα σχεδόν τα συστήματα όπως το μυοσκελετικό, τους νεφρούς, τους πνεύμονας, την καρδιά, το αιμοποιητικό και το νευρικό σύστημα, η Ρευματοειδής αρθρίτιδα που προσβάλει τις αρθρώσεις, τον υπεζωκότα (πλευρίτιδα), το περικάρδιο (περικαρδίτιδα), τους οφθαλμούς, (ξηροφθαλμία), τον βλεννογόνο του στόματος (ξηροστομία), ακόμη το αίμα και τα αγγεία, η Σκληροδερμία που προσβάλει το δέρμα των χεριών, των ποδιών, του προσώπου, τον γαστρεντερικό σωλήνα και τα αγγεία δέρματος(τηλεαγγειεκτασίες), η Αγκυλοποιητική Σπονδυλαρθρίτιδα που προσβάλλει τις ιερολαγόνιες αρθρώσεις και τις αρθρώσεις όλων των σπονδύλων, το Σύνδρομο Sjogren που προσβάλει τους δακρυϊκούς και τους σιελογόνους αδένες , η Δερματομυοσίτιδα, η Πολυμυοσίτιδα και η Ρευματική Πολυμυαλγία που προβάλουν το δέρμα και τους μύες, το Αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο που προκαλείται από αυτοαντισώματα που δημιουργούν θρόμβους εντός των αγγείων κλπ. 

2. Οι Αγγειίτιδες που προσβάλουν τα αιμοφόρα αγγεία και που ανάλογα με το εύρος (μέγεθος) των αγγείων αυτών (μεγάλα, μικρά και μεσαία) παίρνουν η κάθε μία το όνομά τους, π.χ Αγγειίτιδες που προσβάλουν μεγάλα αγγεία (π.χ. Κροταφική αρτηριίτις κλπ) Αγγειίτιδες μεσαίων αγγείων (πχ. Οζωδης πολυαρτηριίτις κλπ) , Αγγειίτιδες που προσβάλουν μεσαίου και μικρού μεγέθους αγγεία (πχ Κοκκιωμάτωση Wegener κλπ) και Αγγειίτιδες που προσβάλουν μικρά αγγεία (πχ Νόσος Αδαμαντιάδη Bechet, Σύνδρομο Goodpasture κλπ).

Πώς παρουσιάζονται τα αυτοάνοσα νοσήματα ;
Τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι δυνατόν σε μερικούς ασθενείς να παρουσιασθούν με ήπια κλινική πορεία ενώ σε άλλους παρουσιάζουν πολύ έντονα συμπτώματα και σοβαρή κλινική διαδρομή προσβάλλοντας ζωτικά όργανα του οργανισμού όπως του νεφρούς, το συκώτι, την καρδιά ή τον εγκέφαλο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κλινική πορεία των νοσημάτων αυτών παρουσιάζει διάφορες μορφές και χαρακτηρίζεται από περιόδους υφέσεων και εξάρσεων. Έτσι άλλα νοσήματα παρουσιάζουν επαναλαμβανόμενες εξάρσεις και υφέσεις, αλλά διακυμάνσεις με προοδευτικώς επιδεινούμενη πορεία., αλλά παρουσιάζουν μία μόνο έξαρση και στην συνέχεια πλήρη ύφεση που διαρκεί και οι ασθενείς είναι ασυμπτωματικοί και σε άλλες περιπτώσεις δεν υπάρχουν κλινικά ευρήματα δηλ. ο ασθενής είναι ασυμπτωματικός αλλά οι εργαστηριακές εξετάσεις είναι παθολογικές.
Τα συμπτώματα των αυτοάνοσων νοσημάτων δυστυχώς δεν είναι ειδικά και θα μπορούσαν να εμφανισθούν και σε πολλά άλλα μη αυτοάνοσα νοσήματα. Τα συχνότερα από τα συμπτώματα αυτά είναι γενικά όπως καταβολή, αδυναμία, αίσθημα κακουχίας, πόνος στις αρθρώσεις, εξανθήματα, πυρετός άλλοτε υψηλός και άλλοτε ως «δέκατα», ζάλη κλπ. Από εκεί και πέρα κυριαρχούν τα συμπτώματα από συγκεκριμένο όργανο που προσβάλει το αυτοάνοσο νόσημα όπως ανεφέρθη παραπάνω.
Εδώ πρέπει να τονιστεί πως μολονότι τα αυτοάνοσα νοσήματα διαδράμουν χρονίως (δηλ. δεν υπάρχει πλήρης ίαση) εν τούτοις υπάρχουν πολλές θεραπείες που τα διατηρούν σε μερική ή πλήρη ύφεση έτσι ώστε οι ασθενείς αυτοί να διάγουν φυσιολογική ή σχεδόν φυσιολογική ζωή. Βέβαια σε ορισμένες περιπτώσεις, ευτυχώς τις λιγότερες, η εξέλιξή τους μπορεί να είναι απρόβλεπτη και γι αυτό το λόγο ο ασθενής πρέπει πάντοτε να ευρίσκεται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση, ώστε να αντιμετωπίζεται έγκαιρα κάθε παρέκκλιση από την αναμενόμενη πορεία.

Ποια είναι τα συνηθέστερα αυτοάνοσα νοσήματα
• Αυτοάνοσες θυρεοειδοπάθειες (Υπερθυρεοειδισμός και Ν. Hashimoto)
• Ρευματοειδής αρθρίτιδα
• Σύνδρομο Sjogren
• Λεύκη
• Κοιλιοκάκη
• Σακαχαρώδης Διαβήτης τύπου Ι
• Ψωρίαση
• Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (Ν.Crohn και Ελκώδης Κολίτις)
• Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ)

Οι συχνότερες εκδηλώσεις των αυτοάνοσων συμπτωμάτων προέρχονται από τους ενδοκρινείς αδένες (πχ θυρεοειδής), τις αρθρώσεις , το δέρμα, τους πνεύμονες, τους νεφρούς , το γαστρεντερικό σύστημα, το νευρικό σύστημα και τα αγγεία.

Πού οφείλονται τα αυτοάνοσα νοσήματα ;
Όπως γίνεται φανερό από τα προηγούμενα, η βασικότερη λειτουργία του ανοσολογικού συστήματος είναι να διακρίνει το «δικό μας» από το «ξένο». Κατά την γέννηση ο οργανισμός διαθέτει τρισεκατομμύρια διαφορετικών κυττάρων, τα οποία, όπως είπαμε προηγούμενα, είναι ικανά να αναγνωρίζουν τόσο τους ξένους εισβολείς (αντιγόνα) όπως ιούς, βακτήρια, παράσιτα, τοξίνες κλπ όσο και τα δικά του στοιχεία (αυτοαντιγόνα). Στα πρώτα λοιπόν στάδια της ζωής του ο οργανισμός πρέπει να εξαλείψει με πολύπλοκους μηχανισμούς όλα εκείνα τα κύτταρα του που είναι ικανά να αναγνωρίζουν τα δικά του στοιχεία και να επιτρέψει την επιβίωση μόνο των κυττάρων του εκείνων που αναγνωρίζουν τα ξένα αντιγόνα. Όμως μερικά από τα κύτταρα εκείνα του οργανισμού που αναγνωρίζουν τα δικά του στοιχεία δεν εξαλείφονται αλλά «εκπαιδεύονται» να μην αντιδρούν. Αυτή η όλη διαδικασία ονομάζεται αυτοανοχή. Υπό ορισμένες όμως συνθήκες, η αυτοανοχή παύει να λειτουργεί όποτε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των αυτοάνοσων νοσημάτων. Παρότι έχουν γίνει τεράστια βήματα στην έρευνα, δεν είναι μέχρι σήμερα γνωστοί όλοι οι ακριβείς παράγοντες και οι μηχανισμοί που μπορούν να οδηγήσουν στα αυτοάνοοσα νοσήματα.
Μελέτες έχουν δείξει ότι διάφοροι περιβαλλοντικοί παράγοντες είναι δυνατόν να ευθύνονται για την εμφάνιση ή την έξαρση των νοσημάτων αυτών. Τέτοιοι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορεί να είναι λοιμώξεις από διάφορους μικροοργανισμούς όπως ο β-Αιμολυτικός στρεπτόκοκκος που μπορεί να προκαλέσει Ρευματικό πυρετό, ο ιός της Ηπατίτιδας C και ο ιός του AIDS που επάγουν διάφορες αγγειίτιδες ή το Καμπυλοβακτηριδιο jejuni που μπορεί να αποτελέσει την αιτία για το Σύνδρομο Guillain Barre. Επίσης μπορεί να είναι διάφορες φαρμακευτικές ουσίες όπως η σουλφασαλαζίνη, η ισονιαζίδη, η μινοκυκλίνη, η χλωροπρομαζίνη κλπ ή διάφορες χημικές ενώσεις όπως χρωστικές μαλλιών, τριχλωροαιθάνιο, πυρίτιο, ψευδάργυρος, τοξικά απόβλητα, αμίαντος και σιλικόνη. Πέραν όμως όλων αυτών σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη των αυτοάνοσων νοσημάτων φαίνεται να παίζει και το γενετικό υπόστρωμα των ασθενών διότι τα νοσήματα αυτά παρατηρούνται κυρίως σε μέλη οικογενειών αλλά και σε πολύ μεγάλη συχνότητα σε διδύμους που προέρχονται από ένα ωάριο. (μονοωικοί δίδυμοι). Επίσης η ισχυρή συνάφεια των νοσημάτων αυτών με το γενετικό υπόστρωμα ενισχύεται και από το γεγονός της έντονης συσχέτισής τους με διάφορους γενετικούς δείκτες όπως τα αντιγόνα ιστοσυμβατότητος. Παρότι ένα άτομο μπορεί να κληρονομήσει την προδιάθεση για ένα αυτοάνοσο νόσημα, τα νοσήματα αυτά δεν είναι κληρονομικά διότι εκτός από την κληρονομική προδιάθεση πρέπει να μεσολαβήσουν και πολλοί άλλοι παράγοντες, εξωγενείς και ενδογενείς για να δημιουργηθεί ένα αυτοάνοσο νόσημα. Επομένως δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση οι γονείς να αισθάνονται ένοχοι και υπεύθυνοι. Ορμονικοί παράγοντες διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην γένεση των νοσημάτων αυτών αφού τα περισσότερα από αυτά εμφανίζονται σε γυναίκες με αναλογία που σε πολλές περιπτώσεις φθάνει και υπερβαίνει το 10 προς 1 σε σχέση με τους άνδρες. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι η εγκυμοσύνη άλλοτε προκαλεί έξαρση του νοσήματος όπως συμβαίνει στον ΣΕΛ και άλλοτε καταστολή όπως στην Ρευματοειδή αρθρίτιδα. Τέλος, η έντονη ψυχική καταπόνηση (stress), πολλές φορές προηγείται ή και έπεται της έναρξης των συμπτωμάτων αυτών των νοσημάτων. Στις περισσότερες των περιπτώσεων τα νοσήματα αυτά εμφανίζονται για πρώτη φορά ή παρουσιάζουν έξαρση των συμπτωμάτων τους μετά κάποιο έντονο ψυχοτραυματικό γεγονός όπως η απώλεια προσφιλούς πρόσωπου, οικογενειακά προβλήματα, διαζύγιο, οικονομική καταστροφή κλπ.
Όλοι οι παράγοντες που ανεφέρθησαν παραπάνω (περιβαλλοντικοί, γενετικοί, ορμονικοί, νευροψυχολογικοί) προκαλούν μια υπερδιέγερση του ανοσολογικού συστήματος τέτοια που να το αποπροσανατολίζει έτσι ώστε να επιτίθεται κατά του ίδιου του οργανισμού του και να προκαλεί την αυτοάνοσο νόσο.

Πώς γίνεται η διάγνωση των αυτοάνοσων νοσημάτων
Η διάγνωση των νοσημάτων αυτών στηρίζεται σε εξειδικευμένες ανοσολογικές εξετάσεις που πραγματοποιούνται σε ειδικά κέντρα και πολλές φορές σε βιοψία του πάσχοντος οργάνου. Βέβαια πριν φθάσει κάποιος στον εξειδικευμένο ανοσολογικό έλεγχο πρέπει να υποβληθεί στον βασικό κλινικό-εργαστηριακό έλεγχο και με βάση τα αποτελέσματα αυτού να προχωρήσει στις ειδικές ανοσολογικές εξετάσεις. Επειδή τα νοσήματα αυτά αφορούν όλα σχεδόν τα όργανα και συστήματα του οργανισμού γίνεται φανερό ότι οι γιατροί όλων των ειδικοτήτων με επίκεντρο την Παθολογία (Ενδοκρινολόγοι, Ρευματολόγοι, Δερματολόγοι, Αιματολόγοι, Νεφρολόγοι, Πνευμονολόγοι, Νευρολόγοι, Γαστρεντερολόγοι και Γυναικολόγοι) πρέπει να αναγνωρίζουν τα συμπτώματα και κλινικά σημεία των αυτοάνοσων νοσημάτων και να παραπέμπουν τους ασθενείς σε ειδικά κέντρα.
Πρέπει να τονιστεί ότι κάθε αυτοάνοση αντίδραση στον οργανισμό δεν οδηγεί απαραίτητα στην ανάπτυξη αυτοάνοσου νοσήματος. Έτσι για παράδειγμα αυτοαντισώματα είναι δυνατόν να δημιουργηθούν κατά την διάρκεια μιας λοίμωξης ή και με την πάροδο της ηλικίας χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα δημιουργηθεί αναγκαστικά βλάβη σε κάποιο όργανο. Οι αντιδράσεις αυτές είναι αυτοπεριοριζόμενες. Για τον λόγο αυτό είναι εντελώς άσκοπο να επαναλαμβάνουμε ειδικές ανοσολογικές εξετάσεις για να ανακαλύψουμε, τυχόν, ένα αυτοάνοσο νόσημα. Οι εξετάσεις αυτές έχουν νόημα μόνο αν υπάρχουν συμπτώματα και εκτελούνται αποκλειστικά με την υπόδειξη του γιατρού.
Η επιστημονική άποψη που σήμερα τουλάχιστον επικρατεί είναι ότι η αυτοανοσία όχι μόνο δεν είναι πάντοτε βλαπτική για τον οργανισμό αλλά αντίθετα απαραίτητη για να διατηρεί το ανοσολογικό μας σύστημα σε εγρήγορση.

Σε τι συνίσταται η αντιμετώπιση των αυτοάνοσων νοσημάτων.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση των αυτοάνοσων νοσημάτων έχει τους παρακάτω στόχους
Να ανακουφίσει τον ασθενή από τα συμπτώματα με την χορήγηση των καταλλήλων φαρμάκων (πχ αναλγητικά, κορτιζόνη κλπ)
Να εφοδιάσει τον ασθενή με την ορμόνη που του λείπει (πχ ινσουλίνη σε Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου Ι, θυροξίνη όταν υπολειτουργεί ο Θυρεοειδής όπως σε αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα ή ορμόνες των επινεφριδίων (κορτικοστεροειδή και αλατοκορτικοειδή) όταν αυτά υπολειτουργούν όπως στην Νόσο Addison. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις δεν μπορεί να επέλθει ίαση ` διότι το όργανο (θυρεοειδής αδένας, πάγκρεας και επινεφρίδια αντίστοιχα) έχει καταστραφεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται μόνο θεραπεία υποκατάστασης με την χορήγηση της αντίστοιχης ουσίας (θυροξίνη, ινσουλίνη κλπ ) που δεν παράγεται λόγω καταστροφής του οργάνου.
Να παρεμποδίσει την εξέλιξη της νόσου με την κατάλληλη αγωγή ( ανοσοτροποποητικά, ανοσοκατασταλτικά φάρμακα) ή με την πλασμαφαίρεση. Τα φάρμακα σκοπό έχουν αφενός μεν να καταστείλουν την υπερδιέγερση του ανοσολογικού συστήματος που παρατηρείται στα αυτοάνοσα νοσήματα και έτσι να κατευνάσει το νόσημα θέτοντάς το σε ύφεση αφετέρου δε να διατηρήσει όσο το δυνατόν ανέπαφη την λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, δηλ. την άμυνα του οργανισμού κατά των λοιμώξεων. Η πλασμαφαίρεση είναι μια μέθοδος με την οποία αφαιρούνται τα παθολογικά αντισώματα από τον ορό του αίματος των ασθενών με αποτέλεσμα την ύφεση της νόσου (πχ Μυασθένεια Gravis, Αγγειίτιδες, Αυτοάνοση εγκεφαλίτιδα κλπ).
Να περιορίσει κατά το δυνατόν τις παρενέργειες των χορηγουμένων για το αυτοάνοσο νόσημα φαρμάκων και να προστατεύσει τον οργανισμό από αυτές. Έτσι οι λαμβάνοντες κορτικοειδή πρέπει συγχρόνως να λαμβάνουν και φάρμακα που προστατεύουν από την οστεοπόρωση (ασβέστιο, βιταμίνη D) γιατί η επί μακρόν χρόνο λήψη αυτών (κορτικοειδών) οδηγεί σε μειωμένη απορρόφηση του ασβεστίου από το έντερο και αυξημένη αποβολή του από τα ούρα, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο οστεοπόρωσης και καταγμάτων. Ακόμη όσοι λαμβάνουν κορτικοειδή πρέπει ακόμη να περιορίζουν σημαντικά το αλάτι για την αποφυγή κατακράτησης υγρών και δημιουργίας οιδημάτων και υπέρτασης. Επίσης να ακολουθούν διαβητικό διαιτολόγια γιατί τα κορτικοειδή μπορούν να προκαλέσουν την εμφάνιση ΣΔ (που μέχρι την στιγμή εκείνη βρισκόταν σε λανθάνουσα κατάσταση) ή να επιδεινώσουν τον ήδη υπάρχοντα. Τα άτομα που λαμβάνουν μεθοτρεξάτη πρέπει να αποφεύγουν την κατανάλωση αλκοολούχων τροφών γιατί αυξάνουν οι παρενέργειες του φαρμάκου ενώ οι ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη –Α πρέπει να αποφεύγουν τον χυμό grape-fruit γιατί αυξάνεται η τοξικότητα του φαρμάκου.
Να ελαχιστοποιήσει την επίδραση του περιβάλλοντος στην επιδείνωση της νόσου (πχ αποφυγή ήλιου στον ΣΕΛ)
Να περιορίσει κατά το δυνατόν περισσότερο την επίδραση των στρεσογόνων ερεθισμάτων με φάρμακα ή την βοήθεια ψυχολόγων
Να υποδείξει τους κατάλληλους εμβολιασμούς για την πρόληψη λοιμώξεων που πυροδοτούν την έξαρση αυτοάνοσων νοσημάτων. Όλοι οι ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα πρέπει κάθε χρόνο, το φθινόπωρο, να εμβολιάζονται με αντιγριπικό εμβόλιο. Επίσης απαραίτητος είναι και ο εμβολιασμός έναντι του πνευμονιόκοκκου.
Να εφαρμόσει την κατάλληλη φυσικοθεραπεία για την διατήρηση ή επανάκτηση της λειτουργικότητας μυών και αρθρώσεων.
Να εντάξει τους ασθενείς στον κοινωνικό ιστό με εργασιοθεραπεία και κοινωνική υποστήριξη
Να υποδείξει την κατάλληλη δίαιτα και διατροφή.

Διατροφή και αυτοάνοσα νοσήματα
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η μακροχρόνια κατανάλωση τροφίμων που μπορούν να πυροδοτήσουν μια φλεγμονή όπως είναι το κρέας και η αποχή από τρόφιμα που καταστέλλουν την φλεγμονή όπως τα ψάρια, τα φρούτα και τα λαχανικά μπορεί να ευοδώσουν την εμφάνιση αυτοάνοσων νοσημάτων. Παρόλα αυτά τα μέχρι σήμερα επιστημονικά δεδομένα δεν αναδεικνύουν μια τέτοια συσχέτιση
Τα μόνα από τα αυτοάνοσα νοσήματα που σχετίζονται αποδεδειγμένα με την διατροφή είναι η Κοιλιοκάκη στην οποία πρέπει να αποκλείονται από το διαιτολόγιο αυστηρώς τρόφιμα που περιέχουν γλουτένη (σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη και βρώμη) και ο ΣΔ τύπου Ι όπου η διατροφή πρέπει να προσαρμόζεται με βάση το σωματικό βάρος, την άσκηση και τη δόση της εξωγενώς χορηγουμένης ινσουλίνης. Σε όλα τα υπόλοιπα αυτοάνοσα νοσήματα δεν απαιτείται συγκεκριμένη δίαιτα πλην όμως ο ασθενής οφείλει, μέσα στο πλαίσιο της υγιεινής διατροφής που είναι άκρως απαραίτητη και γι αυτά τα νοσήματα, να ακολουθεί ορισμένους κανόνες τροποποιώντας ενδεχομένως την διατροφή και τις συνήθειες του. Πρέπει να φροντίζει έτσι ώστε το βάρος του να είναι κατά το μάλλον ή ήττον φυσιολογικό διότι η παχυσαρκία επιβαρύνει την βλάβη των πασχουσών αρθρώσεων ενώ η απίσχναση προδιαθέτει σε οστεοπόρωση. Ακόμη, τα αυτοάνοσα νοσήματα και η αγωγή που απαιτείται για την αντιμετώπισή τους, προδιαθέτουν σε νοσήματα φθοράς όπως η αρτηριοσκλήρυνση των αγγείων και γι αυτό τα άτομα αυτά πρέπει να αποφεύγουν την λήψη των ακόρεστων λιπαρών οξέων δηλ. βουτύρου, μαργαρινών και γενικά λιπών που σε θερμοκρασία δωματίου ευρίσκονται σε στερεή κατάσταση. Επίσης τα νοσήματα αυτά προκαλούν βλάβες σε διάφορα όργανα που εκδηλώνονται με διαταραχές που απαιτούν συγκεκριμένες αλλαγές στο διαιτολόγιο.
Έτσι ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα που προκαλεί υπέρταση (πχ ΣΔ τύπου Ι, Νεφρίτιδες κλπ) πρέπει εκτός από το διαβητικό διαιτολόγιο να περιορίσουν την πρόσληψη αλατιού και λιπαρών, να αυξήσουν την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών και να ελαχιστοποιήσουν την κατανάλωση οινοπνεύματος
Ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα που προκαλεί νεφρική ανεπάρκεια (πχ ΣΔ, ΣΕΛ, Σύνδρομο Goodpasture, Νεφρίτιδες κλπ) πρέπει, ειδικά όταν υπάρχει μεγάλη απώλεια της νεφρικής λειτουργίας, να ακολουθούν δίαιτα χωρίς αλάτι και με περιορισμένο λεύκωμα (πρωτεΐνη). Επειδή όμως η προσβολή του νεφρού μπορεί να εκδηλώνεται και με σημαντική απώλεια λευκωμάτων (λευκωματουρία), θα πρέπει, σε αυτές τις περιπτώσεις, να υπολογίζεται και η απώλεια των λευκωμάτων και το έλλειμμα να αντικαθίσταται με πρωτεΐνες των τροφών.
Ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα που προκαλεί ξηροστομία (πχ ΣΔ, Σύνδρομο Sjogren κλπ) οφείλουν να περιορίσουν την λήψη γλυκών, ξηρών ή αφυδατωμένων τροφίμων καθώς και τροφίμων σε ακραίες θερμοκρασίες (καυτών ή παγωμένων)
Ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα που προσβάλλει τον οισοφάγο και τον γαστρεντερικό σωλήνα, όπως το Σκληρόδερμα, πρέπει να καταναλώνουν υδαρείς και πολτοποιημένες τροφές που περνούν ευκολότερα από τον οισοφάγο στο στομάχι και να αποφεύγουν τον καφέ, το οινόπνευμα και τα καρυκεύματα που επιδεινώνουν τα γαστρεντερικά ενοχλήματα.
Ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα που προσβάλλει το λεπτό έντερο όπου γίνεται η απορρόφηση των θρεπτικών ουσιών όπως η νόσος του Crohn, πρέπει να τροποποιούν έτσι την διατροφή τους ώστε με αυτή να προσλαμβάνουν όλες εκείνα τα θρεπτικά στοιχεία των οποίων η απορρόφηση δεν καθίσταται δυνατή λόγω της νόσου.

Ποιά είναι η θέση των συμπληρωμάτων διατροφής στους ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα ;
Στο εμπόριο κυκλοφορούν πολλά σκευάσματα θρεπτικών συστατικών που θεωρείται ότι έχουν ανοσοκατασταλτικές ή ανοσοδιεγερτικές ιδιότητες. Εν τούτοις, τα μέχρι σήμερα επιστημονικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Αντίθετα χρειάζεται μεγάλη προσοχή γιατί η αλόγιστη χρήση τους μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες στην υγεία του ασθενούς και στην πορεία της νόσου του. Ιδιαίτερα γίνεται μεγάλος λόγος για τα ιχθυέλαια για τα οποία υποστηρίζεται ότι μπορούν να βοηθήσουν στην ελάττωση της φλεγμονής που συνοδεύει τα αυτοάνοσα νοσήματα. Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι ασφαλείς δόσεις γι αυτά δεν έχουν καθορισθεί. Αντίθετα είναι γνωστό ότι υψηλές δόσεις των ιχθυελαίων υπό μορφή συμπληρωμάτων μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια ιδιαίτερα όταν λαμβάνονται μαζί με ασπιρίνη ή με άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Επιπλέον μπορούν να προκαλέσουν γαστρεντερικές διαταραχές όπως διάρροια, ή δυσπεπτικά ενοχλήματα. Επομένως ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα είναι προτιμότερο να διαστρέφονται δύο φορές την εβδομάδα με λιπαρά ψάρια όπως τσιπούρα, κολιούς, σολομό, σαρδέλα κλπ παρά να λαμβάνουν συμπληρώματα ιχθυελαίων.
Τέλος, θα πρέπει να τονισθεί ότι τα νοσήματα αυτά είναι χρόνια και η θεραπεία τους δύσκολη και μακροχρόνια, αυτό δε που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο και καθορίζει την επιτυχημένη θεραπεία τους είναι η συνεχής και αρμονική συνεργασία του ασθενούς με τον θεράποντα ιατρό.

NEWSLETTER

Κάντε εγγραφή στο Newsletter μας, για να ενημερώνεστε για τα τελευταία μας νέα, άρθρα και δημοσιεύσεις.

ΩΡΑΡΙΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ       09:00 - 13:00
18:00 - 21:00
ΣΑΒΒΑΤΟ 10:00 - 12:30

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

  Ναυπλίου 23
    Άργος, Τ.Κ. 21200

  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

  Ιατρείο: 2751025786

  Fax: 2751024649

  Κινητό: 6944846248